Σάββατο, 4 Ιούλιος 2009

Η Σουηδέζα ξαναχτυπά (γιατί, υπουργέ μου;)

Ξυπνάω έντρομη και τρέχω στον καθρέφτη της σάλας. Εν τω μεταξύ, έχω πατήσει δυο στυλό, έναν αναπτήρα (συγκρατήστε το αυτό), δυο σαγιονάρες ανάποδες και ένα αυτοκινητάκι (άσχετο). Το κόνσεπτ του εφιάλτη είχε ως εξής: ήμουν ντιπ ξανθιά – το ξανθό το ασβεστί -, είχα ξεπλυμένα γαλανά μάτια, ο κώλος μου κοιτούσε απευθείας το ταβάνι, τα πόδια μου ήταν 1,30 το καθένα και έκανα εμετό κάθε που μύριζα τσιγάρο.
Ο καθρέφτης με έπεισε, ότι έφαγα βαριά για βράδυ: η κούτρα μου ήταν ακόμη σκούρα – άνευ λευκών τριχών παρακαλώ! -, στο μάτι μου δεν είχε πέσει χλωρίνη, ο αποτέτοιος μου σε μια 10ετία θα συναγωνίζεται την περίμετρο του Καλλιμάρμαρου και εξακολουθώ να είμαι συμπαθώς κοντή. Και το κυριότερο: ήθελα τα τσιγάρα μου, με έναν χαρακτήρα επείγοντος! (Μεσ’ το σκοτάδι ψάχνω με τα δύο πρώτα δάχτυλα του ποδιού, τον αναπτήρα, τον οποίο πάτησα προ ολίγου…).
Μπορεί ο καλός Σαμαρείτης υπουργός Υγείας να θέλει να με μεταλλάξει σε Σουηδέζα, εν μία νυκτί, αλλά αυτά δεν είναι πράγματα που γίνονται παζ αβολοντέ, κοινώς με ζοριλίκια.
Ναι, ναι. Το ξέρω. Ο καλός υπουργός νοιάζεται για το χρώμα των πνευμόνων μου, για τα (μελλοντικά) ροδαλά μου μάγουλα, για το αν θα μπορώ να τεκνοποιήσω χωρίς προβλήματα, για την ικανότητα μου να γίνω ένας μικρούλης Δήμος Σταρένιος, αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα τον απογοητεύσω σε αυτά και άλλα τόσα.
Ξέρω επίσης ότι για ανένταχτες και απροσάρμοστες κορασίδες -σαν κι εμένα- έχει φροντίσει να στείλει στον δρόμο –μου, μας- καπνοφύλακες για να μας συμμαζέψουν, αλλά και για να ανοίξουν οι τύχες μερικώνε μερικώνε, και να νοικοκυρευτούν με ένα καλό ένστολο παιδί, αλλά έχω να τον πληροφορήσω ότι:
Α) Ακόμη κι εγώ η ασυμμάζευτη διατηρώ δεσμό ετών
Β) Ανήκω στο χαμερπές εκείνο είδος γυναικών που σιχαίνονται τη στολή
Γ) Το ‘χω ξαναπεί εδώ: (http://koptoraptou.blogspot.com/2009/02/blog-post.html)
Τι θα απογίνω, λοιπόν, κύριε υπουργέ μου, που ούτε να συμμαζευτώ θέλω, ούτε να νοικοκυρευτώ, ούτε να αποκτήσω δίμετρες ποδάρες και ξανθές τρίχες και κυρίως ΘΕΛΩ ο δείκτης και ο αντίχειρας μου ΝΑ έχει προέκταση αυτό το υπέροχο λευκό πράμα – συγκεντρωμένους σας θέλω, μην κάνετε πονηρές σκέψεις – που το ανάβεις και γλιτώνεις από έγκλημα, ψυχιατρείο, χαπούκλες και άλλα τελώνια;
Και το ουσιώδες: για να γίνω Σουηδέζα, καρακαλλόνα, ντιπ ήρεμη και με ύφος "στα τέτοια μου σε γράφω και κάνω τον ζωγράφο", μήπως θα ‘πρεπε πρώτα να μου ‘χες λύσει το κυκλοφοριακό; Το εργασιακό, μήπως; Το οικονομικό; Το αισθηματικό, το λύνω και μόνη μου, ευχαριστώ δεν σε χρειάζομαι, υπουργέ μου;
Και πως νομίζεις θα λυθούν όλα αυτά, αν εγώ απουσιάζω κάθε τρεις και λίγο από την ημιεργασία μου για μία, τρεις, δεκατρείς, σαραντατρείς τζούρες; Θα με σιχτιρίσουν, θα διογκωθεί και το εργασιακό (πάλι θα ψάχνω για δουλειά), και το κυκλοφοριακό (πάλι θα τρέχω σαν την παλαβή να βρω ταξιά, λεωφορεία, τρόλει και μαούνες για να δίνω βιογραφικά δώθε κείθε), το οικονομικό (δεκάρα δεν θα μου ΄χει μείνει μ’ όλα τα παραπάνω φέσια στο κεφάλι μου!).
Κι αυτές είναι οι λάιτ συνέπειες. Να μου το θυμηθείς, υπουργέ μου, ότι έχει να πέσει πολύ ξύλο στους δρόμους, έχουν να γίνουν πατιλίκια που θα ζαρώσει το μάτι σου. Διότι ο νευρικός ο άνθρωπος ή τσιγαράκι θα ανάψει (και θα κουλάρει) ή μπάτσα θα αστράψει (και θα γίνει το σώσε).
Είναι που δε σε ξέρω καλά, υπουργέ μου, ειδάλλως θα σ’ έβαζα ένα στοίχημα, για το μαύρισμα που έχεις να φας, μ’ αυτά που κάνεις. Οι κοινοτικές οδηγίες, θα μου πεις, αλλά βρες να μου πεις και κάτι άλλο, γιατί ρουφιάνα δεν είμαι, αλλά θα γίνω. Θα παίρνω στο χαφιεδονούμερο και θα λέω ότι καπνίζεις στη ζούλα και σβήνεις το ρημάδι σου στις αζαλέες του Μεγάρου Μαξίμου. Να το θυμάσαι αυτό, θα μπλέξεις μαζί μου!

Υγ1: Χωρίς πλάκα τώρα. Ο φλωρο-Χίτλερ δεν ήταν που χάριζε χρυσά ρολόγια στους στρατηγούς του που έκοβαν το κάπνισμα; Τι πολιτικό συνειρμό να κάνω εγώ τώρα, όταν γνωρίζω αυτή την ιστορική λεπτομέρεια;

Υγ2: Δημητράκη – ξέρεις εσύ, με την ιστορική καφετέρια στην Αποστόλου Παύλου που την από ‘δω πτέρυγα στην έχω χτίσει εγώ – μην πα και κάνεις και καμιά μαλακία, θα χάσεις μονοκούκι καμιά 500αριά πελάτες. Τα ΄παμε, τα μιλήσαμε!

Υγ3: Συμβουλεύω τους καπνοφύλακες πέριξ των αρχαιολογικών χώρων της Ακροπόλεως να είναι προσεκτικοί. Δεν οπλοφορώ, αλλά δαγκώνω. Κι ο οδοντίατρος έχει κάνει αγγέλους με τις γέφυρες μου, λέμε.

Υγ4: Αγαπητοί ανώνυμοι, μην παρκάρετε εδώ πληροφορίες που αφορούν άλλους μπλόγκερς, καθώς και την προσωπική τους ζωή. Επίσης, μην παρκάρετε (τόσο;) καλά σχόλια, που αγγίζουν τη διαφημιστική καταχώρηση. Αν θέλετε να παρκάρετε κάτι σε τετραθέσιο με κλιματισμό και συνεργάσιμο Τζι Πι Ες, δεχόμεθα. Ευχαριστώ.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: myspace.com

Παρασκευή, 26 Ιούνιος 2009

Δεν έχω τίτλο πρόχειρο για τόση στεναχώρια

Τι είναι χειρότερο, άραγε;
Να χαίρεσαι με τη στενοχώρια του άλλου; Με την απόγνωση του;
Ή να μπλέκεσαι με πράγματα που αγνοείς πως δουλεύουν;
Σκατόψυχα, κομπλεξικά, αποτυχημένα μπαρμπάδια πλάκωσαν όλη αυτή την εβδομάδα στις κανάλες κάνοντας τους δημοσιογράφους να ντρέπονται για το επάγγελμα που διάλεξαν.
«Προτιμώ να κλάψω για τον Μάικλ Τζάκσον παρά για μερικούς απολυμένους», μου έφτυσε με νάζι μια πιτσιρίκα στην ουρά για τη ΔΕΗ και δε βρήκα καν κουράγιο να της πω ότι η απόλυση δεν είναι επιλογή. Ότι όταν πραξικοπηματικά κλείνει κάτι που άνοιξε και άντεξε με κόπο, δάκρυα, χαρές, δουλειά, φίλους – ανεξαρτήτως κομματικών και λοιπών αφεντικών – είναι έγκλημα να καταλήγει στα αζήτητα, επειδή καποιανού η τσέπη έκανε βαβά (από δική του ευθύνη)…
Και κάπου αλλού, πολύ μακριά φαντάζομαι, από τη μίζερη και ζεστή Αθηνούλα, κάποιοι άλλοι σκέφτονταν μήπως το παιχνίδι τους θα δούλευε καλύτερα με άλλες μπαταρίες πιο οικονομικές που δε λεκιάζουν το περιβάλλον. Το δε λουκέτο στον "Ελεύθερο Τύπο", ανυπερθέτως ήταν πολυτελείας, όπως πολυτελείς και πανάκριβες ήταν οι εργατο-ώρες που αφιερώθηκαν για να ζήσει 26 χρόνια και να κλείσει σε ακριβά χεράκια με καλοφτιαγμένα ακριβά νυχάκια.
Πήραν φωτιά οι διατεταγμένες υπηρεσίες, ανοίχτηκαν σαμπάνιες, γίνονται πλάνα για μπιρ παρά εξαγορές, την ώρα που στιβάζονται κούτες με πράγματα, αναζητούνται λύσεις, γίνονται κουβέντες πάνω στα «καμένα».
Δεν έχω ούτε κέφι ούτε όρεξη και κυρίως έχω μια τεράστια λαχτάρα να την κοπανήσω, να κοιμηθώ για ένα μήνα και να ξυπνήσω σε ένα μέρος που η μαλακία θα είναι πράξη συνταγματικά απαγορευμένη.
Λυπάμαι, και ντρέπομαι και φοβάμαι. Όχι για την ημι-δουλίτσα μου, αλλά γιατί θα γεμίσει ο κόσμος από ημι-δουλίτσες, ημι-ένσημα, ημι-μισθούς. Όλα στη μέση κι όλα δανεικά. Και καθόλου δεν μπορώ να χαρώ που θα είναι κι άλλοι. Στην ίδια βάρκα μαζί μου. Καθόλου δεν χαίρομαι που πια δεν θα είμαι μόνη. Καθόλου.

ΥΓ.: Πως είναι δυνατόν να λυπάσαι για κάποιον που δεν γνώρισες ποτέ, παρά μόνο ως μερικές αράδες σχόλιο στο μπλογκόσπιτο σου; Αχ, κύριε Νίκο, μελισσά κι αμπελουργέ μου, έπρεπε να ‘ναι ο κόσμος γεμάτος από μπαρμπάδες σαν και εσένα, άξιους, σοφούς και κιμπάρηδες. Θα ζούσαμε καλύτερα, θα κλαίγαμε λιγότερο και θα εκτιμούσαμε περισσότερο. Τα πάντα. Θα περνάς καλά ‘κει πάνω.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: gadgetgrid.com

Πέμπτη, 18 Ιούνιος 2009

"Ζουζούνι"


Ο υπερτασικός ο άνθρωπος – καλή ώρα – ξέρει πως η πίεση του ενοχλεί τα μπαλάκια του Ύψιστου, όταν το πιεσόμετρο δείχνει πάνω από 15.
Ο διαβητικός ο άνθρωπος – όχι καλή ώρα ακόμη – ξέρει ότι το ζάχαρο του κάνει παπαριές, όταν εκείνη η βελονίτσα που μπαίνει στο… ζαχαρόμετρο δείχνει πάνω από 1.10.
Ο ζευγαρωμένος ο άνθρωπος πως σκατά ξέρει ότι βρήκε το άλλο του μισό; Και τι διάολο είναι το άλλο του μισό;
Με τρόμο διαπίστωσα προχθές ότι γύρω μου υπάρχουν τέτοια «μισά» από ζευγάρια που γνωρίστηκαν πριν από ένα μήνα και αποκαλούν το εύρημα τους «έτερον ήμισυ».
Ζευγάρια του μήνα, που θα χωρίσουν σε λιγότερο από μήνα (όχι δεν είμαι κακιά, ούτε μάγα) λένε ότι βρήκαν το άλλο τους μισό και δεν αμφιβάλλουν ούτε στιγμή.
Μιλούν για γάμο (πάνω στο μήνα!), για παιδιά, για χτήματα, για αισθήματα, εκφράζονται πάντα στο πληθυντικό («ξέρετε, εμείς, θα πάμε 3 μέρες στο Καβούρι» και «εμείς δεν τρώμε έξω, τρεφόμαστε υγιεινά», τα κάνουν όλα μαζί (για κανά μήνα…), ταιριάζουν σε όλα, ο ένας κλάνει κι ο άλλος ρουφάει (με το συμπάθειο) και…
Στο μήνα πάνω, (μπορεί και λιγότερο από μήνα) το ένα από τα δύο μισά φεύγει αλαλιασμένο, ψάχνοντας για βουνοκορφή απάτητη και απροσπέλαστη.
Εν τω μεταξύ, στη δουλειά, στους φίλους, τους γνωστούς και τους γείτονες έχει πάει και έχει έρθει περί τις 5 εκ. φορές εκείνος ο σαχλός κτητικός χαρακτηρισμός «ο άντρας μου/ η γυναίκα μου», που το ακούς και από 15χρονα και γίνεται η πέτσα σου ουρανοξύστης από την ανατριχίλα.
Ποιος άντρας σου, παιδί μου; Ποια γυναίκα σου; Ξέρεις τι φαί σιχαίνεται να τρώει; Πως θα είναι σε δυο μήνες από τώρα που θα βαρεθεί να σηκώνεται απ’ το κρεβάτι τρία τέταρτα πριν από σένα για να μην τη δεις με τον μαύρο κύκλο κάτω απ’ το μάτι και φύγεις πηλαλητός απ’ την τρομάρα;
Να, να, αυτά βλέπω κι ακούω και παίρνω δρόμο, όταν μου κουβεντιάζουνε για ισόβια δεσμά. Αγοράζω ας πούμε ένα ζευγάρι παπούτσια, καμαρώνω για την εργονομία του τακουνιού και πηγαινοέρχομαι καμαρωτή από καθρέφτη σε καθρέφτη κι από τζαμαρία σε τζαμαρία, μέχρι που κάποιος ηλίθιος θα βρεθεί να μου πει «μεγειά! Άντε και νυφικά» και θα γκρεμοτσακιστώ σε καμιά σκάλα. Μου συμβαίνει συνέχεια…
Και εκεί που προσπαθώ να σηκωθώ, να ξεσκονιστώ και να πάω στη δουλειά μου η κομπλεξικιά ακούω από τις τουαλέτες των γυναικών ένα ακόμη μισό να λέει με καμάρι: «Εμένα το ζουζούνι μου, μου είπε ότι από τη μέρα που με γνώρισε – όχι που να το παινευτώ παιδιά – ούτε που του ‘χει περάσει απ’ το μυαλό να κάνει κάτι άλλο». Το οποίον ζουζούνι, λίγα λεπτά πριν, στη σκάλα που γκρεμοτσακιζόμουν, χαλβάδιαζε με τη ρεσεψιονίστα και αμφότεροι κατουριόντουσαν στα γέλια με τη δικιά μου σαβούρδα.
Θέλω να πω, δεν είναι εύκολη υπόθεση το άλλο (σου) μισό. Εννοώ το πραγματικό άλλο (σου) μισό. Αυτό που το ξέρεις χρόνια και πάλι υπάρχουν μέρες που θέλεις να του μαδήσεις το μαλλί τρίχα τρίχα και να φτιάξεις πουλόβερ για τις κούκλες. Που μαζί του δεν έχεις τίποτα κοινό – εκείνος τρώει τα αγγούρια, εσύ τις ντομάτες, εσύ την ψίχα εκείνος την κόρα, του αρέσει ο Τούπακ σου αρέσει η Σιμόν Σίμονς – αλλά κανένα πρόβλημα. Που αντέχεις να μην το δεις δυο μέρες, αλλά την τρίτη έχεις ένα βάρος και μια χολόσκαση, ανεξηγήτου.
Που μετά από μερικά χρόνια μπορεί και να σε γυροφέρνει μια ανεπαίσθητη αχαριστία που η ζωή σου φέρθηκε τόσο καλά (σε αυτόν τον τομέα), αλλά βλέπεις μαλακίες κάργα γύρω και το βράδυ γυρίζεις τρομαγμένος και ευτυχής, εκεί που υποψιάζεσαι ότι δεν θα σου κακοποιήσουν τα σώψυχα.
Και μετά απ’ όλα αυτά ούτε που σου περνάει απ’ το μυαλό να ορκίζεσαι σε δημόσια θέα ότι το… «ζουζούνι» ζει μόνο για ‘σένα.
Που υπάρχει σοβαρή περίπτωση, δηλαδή, αλλά ντροπιάρηδες άνθρωποι είμαστε και κυρίως φοβόμεθα το μάτι, οπότε ό,τι καταλάβατε καταλάβατε (κι ό,τι κατάλαβες κι εσύ, μπουγατσάκι, κατάλαβες)!
Καλές μας διακοπές!

ΥΓ.1 : Σιγά. 5 μέρες θα κάτσουμε και το ‘κανα θέμα. Και μετά έχω μούτρα και τη λέω στα… ζουζούνια.
ΥΓ.2: Υπάρχει κύριος εις το αχανές Διαδίκτυο που με βρίζει επειδή τόλμησα να ασχοληθώ κάποια στιγμή με τα μπλοκάκια (παροχής υπηρεσιών). Κατά την άποψη του το μπλοκάκι είναι εκείνο που κάνει τον δημοσιογράφο ανεξάρτητο και απροσκύνητο. Χαχαχα! Καλά χαμομήλια, παππούκα. Αυτό σου εύχομαι με όλη μου την αγάπη.
ΥΓ.3: Φιλιαααααά!

Δευτέρα, 8 Ιούνιος 2009

ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ! ( Είναι απλό, βρε παιδί μου...)


Βρίσε με, γύρνα μου τον κώλο σου, έλα να γίνουμε σκατά, πέτα μου κουτάκια από μπύρα, κάνε ό,τι θες, μα προς Θεού μη με κάνεις να βαρεθώ. (Και βαρέθηκα απόψε. Αφόρητα. Σιχαμένα. Αργά και βασανιστικά, που γαμώ τη δουλειά και τη διαστροφή μου μέσα, γαμώ!)
Τι πλήξη, Θε μου! Τι ανία! Τι ταλαιπώρια, Ιούνη μήνα! Τι έλλειψη επιλογών! Από την Όλγα Τρέμη στα ζαντολάστιχα της Πετρούλας κι από τον Νίκο Ευαγγελάτο στο σούπερ Παραντάιζ, δεν είναι ζωή αυτή.
Παραλίγο, (παραλίγο λέω) να συμπονέσω τον κύριο Νικολακόπουλο για την απροσμέτρητη χλαπάτσα που του επιφύλαξαν τώρα στα γεράματα τα εξιτπόλια, αλλά δυστυχώς με είχε πιάσει κρίση χασμουρητού.
Νικητής της βραδιάς δεν ήταν ο Παπανδρέου. Όχι. Γράψτε λάθος. Ήταν εκείνο το τρισάθλιο κλισέ «αφήστε με να ολοκληρώσω» που πήγε κι ήρθε ένα εκατομμύριο οχτακόσιες τριάντα δύο φορές από το πρωί και που καταπιέστηκα αφόρητα, αλλά θα το πω. Αν θες να σ’ αφήνουν να ολοκληρώσεις, είναι απλό: ΠΑΙΧ’ ΤΗΝ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ, παλιομπαγλαμά και ΜΗΝ ΜΑΣ ΠΑΙΔΕΥΕΙΣ ΑΛΛΟ!
Άι σιχτίρι πια Κυριακάτικα, βαρεθήκαμε τις ζωές μας!

ΥΓ1: Τι ποιητικά που τα είπε προς το τέλος ο Αλέξης Τσίπρας…
ΥΓ2: Κανονικά όταν χαμογελάει η κυρία Παπαρήγα θα έπρεπε να νιώθω ασφάλεια και αισιοδοξία, αλλά δεν… Θα το κοιτάξω μετά του Αγίου Πνεύματος.
ΥΓ3: Τόσοι σπιν ντόκτορς ολούθε δεν μπορούν να μάθουν στον κ. Καραμανλή να χάνει και να το χαίρεται; Και στον κ. Παπανδρέου να κερδίζει και να μην χρειάζονται πάνες βρακάκια για να συγκρατήσουν τη χαρά του. Καταντά αντιαισθητικό και ευνουχίζει και τα λεγόμενα θινκ τανκς που να πάρει…



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: www.geswho.net

Πέμπτη, 28 Μάϊος 2009

Τα βασικά δεν ρώτησαν, ρε γαμώτο...


Πόσα να αντέξει ο άνθρωπος; Είχε προηγηθεί η Γιουροβίζιον, τα Πλέι Μέιτ, οι εκλογές της ΕΣΗΕΑ και μετά αυτό.
Τόσες ερωτήσεις γένηκαν κι ούτε μια της προκοπής.
Από τις πρόχειρες σημειώσεις μου (γιατί έχω και καλές) διαλέγω τις πιο φλέγουσες:

- Τι ακριβώς ήτο το κόκκινο χαϊμαλί που φορούσε στο λαιμό η κυρία Παπαρήγα;
- Ποιος χτενίζει τη Σία Κοσσιώνη; (;;;;)
- Το σακάκι της κυρίας Τρέμη ήτο σαμπανιζέ ή κρεμ λαμέ;
- Επιπρόσθετη ερώτηση για την κ. Τρέμη: Τα Βαν Κλιφ εντ Αρπέλ μπλιμπλίκια στο λαιμό τα βγάζει όταν κοιμάται ή τσου;
- Γιατί πρόγκηξε η κ. Χούκλη τον κ. Ευαγγελάτο και τον είπε και θαμώνα εκλογικών αναμετρήσεων; Έτσουξε η πρόγκα ή είχαν αμμωνία στο στούντιο;
- Πότε θα ασπρίσουν τα μαλλιά του Γιώργου Καρατζαφέρη (ή σιγά σιγά αποκτώ και καταρράκτη);
- Γιατί αγχώθηκαν στον Συνασπισμό να βγάλουν πρόεδρο τον κύριο Τσίπρα, αφού τις βαριές δουλειές τις κάνει ακόμη ο κύριος Αλαβάνος;
- Πότε θα μεγαλώσει ο Αντώνης Σρόιτερ; Διευκρίνιση επί της ερώτησης; Πότε θα πάψει να μοιάζει με 20χρονο;
- Γιατί επιμένουν να λένε τον κύριο Καραμανλή χονδρό, αφού είναι ολοφάνερο ότι γυμνάζει σκληρά τα χέρια του; (πάνω κάτω, πάνω κάτω, πάνω κάτω, πέρα δώθε, πέρα δώθε, πέρα δώθε, φουλ περιστροφή δεξιά, φουλ αριστερά, αμάν πιάστηκα, μάνα μ’)
- Γιατί πάντα στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος; Τι γνώμη έχει γι’ αυτό ο κύριος Κωνσταντάτος;

Για τον κύριο Παπανδρέου δεν μου βγήκε ερώτηση. Ούτε καν πρόχειρη. Σόρυ. Όλα έχουν τα όρια τους.
Το αυτό και για τον κύριο Λιάτσο. Για άλλους λόγους. Τον έχω συνηθίσει σε σοβαρά θέματα και εδώ με μπερδεύει. Σχεδόν με αγκυλώνει. Και πάλι σόρυ.
Πως; Ερωτήσεις απευθύνονται μόνο στους πολιτικούς; Και αυτοί που κάθονταν στην από ‘κει μεριά τι ήταν; (Πάλι λάθος κατάλαβα).

Από τις καλές μου ερωτήσεις, ξεχωρίζω τις εξής:

- Έκλεισα τον θερμοσίφωνα;
- Τι να μαγειρέψω για αύριο;
- Κανναβούρι στα πουλιά έβαλα;
- Τι να φορέσω αύριο που έχω κατακράτηση;
- Να παραιτηθώ ή να απολυθώ;
- Βοηθάνε τα δαμάσκηνα ή τσάμπα στουμπώνω και θα χτυπιέμαι πάλι;
- Το «σοσιαλισμό ή βαρβαρότητα» είναι δίλημμα ή ο διαφημιστής βαριότανε και έκανε αυτόματη γραφή για να τελειώνει;
- Θα πληρωθούμε μεθαύριο ή να πάρω τον κολλητό μου για δανεικά;
- Ξυραφάκι, μηχανή αποτρίχωσης ή μπικίνι γουάξ;
- Και μία προς τον ημι-εργοδότη μου: Θα σοβαρευτείς ρε πούστη μου να βγάλουμε κανά μεροκάματο της προκοπής ή θα αρχίσω να πουλάω τσιμπιδάκια στην Ομόνοια;



ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: http://www.mediablog.gr/

Σάββατο, 16 Μάϊος 2009

"Στην Άνω Μουσουνίτσα"

Λογικά (και στατιστικά) να το δεις, με τόση μπουγάδα που ‘χουν ρίξει τα κανάλια με το Σάκη και το Γιουροβίζι, στον ύπνο μου θα ‘πρεπε να βλέπω μόνο τον Ρουβά.
Αλλά το υποσυνείδητο μου μάλλον δεν πάει καλά. (Για το συνειδητό δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να αμφιβάλλω). Έτσι, είναι κανά δυο βδομάδες τώρα που βλέπω στον ύπνο μου τον Καραμανλή ντυμένο στα λευκά, να κάνει τάι τσι χορευτικά κι αντί για το «Δις ιζ αουαρ νάιτ», να τραγουδά ένα παλιό – του Πουλικάκου νομίζω, δεν θα πάρω κι όρκο – που λέγεται «Στην Άνω Μουσουνίτσα».
Οι στίχοι είναι φανταστικοί και πιστεύω ακράδαντα, ότι αν στέλναμε κάτι τέτοιο στους μοσχοβίτες θα μας έκαναν 100 σαμοβάρια δώρο και τον Πούτιν ούτε που θα τον χέζανε. Η φιλενάδα μου η Τασία, επιμένει ότι πρέπει να το ψάξω, κάθε μέρα στο μέιλ, μου στέλνει φωτογραφίες με γκαραζότεκνα και φαντεζί γκόμενους, αλλά το όνειρο επιμένει.
Τις τελευταίες δύο μέρες έχω φέρει τούμπα Γιουνγκ, Φρόιντ και Γιάλομ (όχι κατ’ ανάγκην με αυτή τη σειρά), αλλά ο Καραμανλής κάθε βράδυ σκάει μύτη πρώτο μαξιλάρι πίστα και το τραγουδάκι μου γαργαλάει ευχάριστα τον ύπνο.
Συναδέλφισσα γαζώτρια με συμβούλευσε να κόψω τους καφέδες, τα ληγμένα ντεντλάινς και τον συγχρωτισμό με εκδότες, αλλά γιατρειά δεν βλέπω. Άσε που το τραγουδάκι έχει βαθύ νόημα και επειδή πάντα ήμουν άνθρωπος της περισυλλογής από τώρα το λέω ότι αν στέλναμε όχι μόνο τον πρωθυπουργό, αλλά σύσσωμο το υπουργικό συμβούλιο, μ’ αυτό το χιτ, θα είχαμε φάει πολλούς κώλους.
Θα μου επιτρέψετε – μπούμε δεν μπούμε απόψε στην πεντάδα – το άσμα να το αφιερώσω στον Monahiko Liko και τον Swell που σήμερα το πρωί με ψάχνανε να πιούμε καφέ, αλλά εγώ η γουρούνα μετά από τέτοιες διαταραχές ύπνου (και δουλειά να βάλω και στην τσέπη μου, άνευ πληρωμής βεβαίως βεβαίως) κοιμόμανε του καλού καιρού.
Επειδή ενδέχεται δε να μην το θυμούμαι καλώς το άσμα, πάσες διορθώσεις και επιδιορθώσεις δεχτές.

Στην Άνω Μουσουνίτσα

Μου κλέψαν την κατσίκα,
μου πήραν το γαϊδούρι
και ένα γιαουρτόμελο μου ρίξανε στη μούρη.
Με ζώσανε τα φίδια,
μου πρήξανε τ' αρχίδια
και τώρα τρώω μια σκορδαλιά
μπας και μου φέρει γούρι.


Λες να 'ταν ο από πάνω;
Ή μήπως ο από κάτω;
Όλη τη νύχτα καποιουνού του εσκίζανε τον πάτο.
Έτριζε το κρεβάτι του και χτύπαγε στον τοίχο.
Ο Θανασάκης ο χοντρός έκανε μπανιστήρι
κι εγώ μες στη χασούρα μου σκεφτόμουν χαρακίρι.
Ξεκίνησα πρωί - πρωί, να πάω για ραδίκια,
στο δρόμο καθώς πήγαινα, μασούλαγα φιστίκια.

Καθώς έβγαιν' απ' το χωριό,
να σου μπροστά μου η Μαίρη,
τι κάνεις, λέω, που ήσουνα;
και μου τραβάει μαχαίρι.
Σίγουρα τρελαθήκαμε,τι πράματα είναι τούτα;
και την καπέλωσα, που λες,
μ' ένα καφάσι φρούτα.


Καθόλου δεν της άρεσε, άρχισε να με βρίζει,
την έχωσα λοιπόν κι εγώ, σ' ένα σακί με ρύζι.
Φώναξε τώρα όσο θες, καριόλα, πουτανίτσα,
αυτά συνέβηκαν προχθές, που λες,
στην Άνω Μουσουνίτσα.

Δευτέρα, 4 Μάϊος 2009

Λιποδιαλυτίκ - γλουτοανορθωτίκ

Αν είσαι λίγο ευαίσθητος άνθρωπος, μπορείς να παραφρονήσεις.
Από τη μία κάθε χρόνο το ίδιο χάλι. Απρίλη – Μάη μήνα πλακώνουν οι διαφημίσεις με τις χάπες, τις κρέμες, τα κέντρα αδυνατίσματος και τους ορούς κατά της κυτταρίτιδας και ένα ασυμμαζευτουάρ σκυλολόι να σου τάζει θεϊκούς κώλους (αδύνατους βεβαίως) και μέση δαχτυλήθρα.
Από την άλλη, έχεις όλον ετούτο τον μαγειρικό εσμό, εδώ να ψήνεται, αλλού να γίνεται η γλυκιά αλχημεία, παρέκει να μη συχωριούνται οι μπουκιές σου (που είναι και πολλές) και στη μέση να έχεις όλες αυτές τις σιχαμένες ψηλόλιγνες να σου εμφανίζονται με ξώβυζα, ξώπλατα και διαβολόστενα μες τη μούρη που να μη μπορείς να ησυχάσεις (εσύ, ο ευαίσθητος άνθρωπος που θες να παραφρονήσεις γιατί: θες να πάρεις τα χάπια για να γίνεις συλφίς, αλλά θες να κάνεις κι εκείνη τη συνταγή του Παρλιάρου με την όρθια μπανάνα, την οποία θα χλαπακιάσεις σαν λιμασμένος από καιρό. Αλλά μετά δεν θα χωράς, όχι στο τζην, ούτε στην κελεμπία του Ντέμη Ρούσου μετά τους Αφροντάιτις Τσάιλντ).
Και μέσα στον κακό χαμό, εκεί που δεν μπορείς να κάνεις δίαιτα γιατί τρέχεις που τρέχεις σαν τον Λούη όλη μέρα, μην ψοφήσεις κι όρθια δεν κάνει, σου σκάνε μες στη μούρη τα ρεπορτάζ για τις ανορεξικές.
Πες μου παιδί μου, πως σκατά γίνεσαι ανορεξικός; Και γιατί εγώ δεν τα καταφέρνω; Γιατί εσένα σου κόβεται η όρεξη μαχαίρι και εγώ μετά από δύο ώρες δουλειάς μόνο (!), θέλω να φάω το φαί μου, το δικό σου και τον μάγειρα μαζί;
Επίσης, θέλω να βρεθεί ένας (ΕΝΑΣ!) απ’ όλους αυτούς τους απατεώνες που τάζουν ότι χάνονται 20 πόντοι σε 10 μέρες και να μου εξηγήσει τα εξής (γιατί μου τα ‘χουνε κάνει τούμπανο πρωινάδικα, μεσημβρινάδικα και λοιπά κωλάδικα):
- Τι είναι οι κατεχίνες (έχουν καμία σχέση με τις δραμαμίνες);
- Γιατί όλες οι χθεσινές καλντεριμιτζούδες και σημερινές αισθητικοί δεν λένε «κυτταρίτιδα», αλλά «φλοιός πορτοκαλιού»;
- Ποιος παπάρας είπε ότι αν πίνεις πολύ νερό, αδυνατίζεις; (Σ’ εμένα μόνο ακατάσχετο κατούρημα φέρνει και φούσκωμα του θανατά!)
- Που σκατά είναι αυτό το 81% του κοινού που δοκίμασε την τάδε λιποδιαλυτίκ – γλουτοανορθωτίκ κρέμα και έμεινε ικανοποιημένο; Θέλω να το βρω για το ρωτήσω κάτι θεματάκια που ‘χω μαζέψει…
- Οι δίαιτες απευθύνονται σε νορμάλ ανθρώπους; Που τρέχουν και δουλεύουν ολημέρα; Ή σε κυρίες που ξύνουν ξυστό ξαπλωμένες και με έναν κύριο από την Αμαζονία από πάνω τους, να κάνει αέρα κοπανιστό στο βρακί τους;
- Πως είναι δυνατόν να δουλεύεις 16 ώρες την ημέρα και να πηγαίνεις γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα; (Πως;)
- Πως είναι δυνατόν να κόβεις τα τηγανητά, τις μασαμπούκες και τα ξύδια και να παχαίνεις; (Μόνο σ' εμένα συμβαίνει αυτό ή είμαστε πολλοί;)
- Πως ζουν όλες αυτές οι μουρλές που βγαίνουν σε λάιφ στάιλ τυπωμένες κλαπαρχιδιές και λένε ότι τρώνε όλη μέρα μια πατάτα και ένα μαρουλόφυλλο;
- Γιατί δεν συμμερίζομαι τον ενθουσιασμό της Καγιά να τελειώνει τη μέρα της με επιδόρπιο ένα ξερό κράκερ; Τι λάθος μεγάλωνε η μάνα μου τόσα χρόνια;
- Πως θα ζήσω με τέτοιο ψυχοβγάλτη μεταβολισμό;
- ΠΩΣ ΚΟΒΕΤΑΙ Η ΟΡΕΞΗ; ΠΩΣ;;;;


Όπως γίνεται αντιληπτό, και από την αγωνία των ερωτημάτων που διατυπώνω, έκανα μια κυριακάτικη απόπειρα να καθαρίσω τη ντουλάπα. Γιου νόου. Ανεβάζεις χειμωνιάτικα, κατεβάζεις καλοκαιρινά. Και διαπίστωσα ότι το σπίτι μου έρχεται... στενό.
Βέβαια, είχα την απαίτηση να χωρέσω σε τζην που έχω από τα 17 μου (μη λέμε μαλακίες), αλλά σε γενικές γραμμές αισθάνθηκα μια δυσφορία, ένα στένεμα, ένα φέρτε μου τον Μαμαλάκη να τον δείρω που με τόσες συνταγές ήρθα και έγινα φοράδα.
Μόνη παρηγοριά η ζυγαριά (τα ίδια Παντελάκη μου, τα ίδια Παντελή μου) κι η Μανούλα («βρε παιδί μου, τόσες φορές που τα ‘χουμε πλύνει, μπήκανε κι αυτά!»).
Τα «αυτά» πάλι, είχαν άλλη άποψη γι’ αυτό και εχαρίσθησαν.


ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ: i.ehow.com